• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: bulging with, bulge

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bulging with adj(overfull with, stuffed full of)που ξεχειλίζει από κτ περίφρ
 (καθομιλουμένη)είμαι τίγκα σε κτ έκφρ
 My mailbox is usually bulging with junk mail and bills.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bulge n([sth] sticking out)εξόγκωμα, φούσκωμα ουσ θηλ
 (μεταφορικά)καρούμπαλο ουσ ουδ
 Sara noticed a strange bulge in the sack.
 Η Σάρα παρατήρησε ένα περίεργο εξόγκωμα στον σάκο.
bulge vi(swell, stick out) (αλλαγή κατάστασης)φουσκώνω ρ αμ
  διογκώνομαι ρ αμ
 (θέση)προεξέχω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)πετάω ρ αμ
 The old man's stomach bulged.
 Το στομάχι του γέρου προεξείχε.
bulge with [sth] vi + prep(be full) (από κάτι)ξεχειλίζω ρ αμ
 The boy's pockets were bulging with the conkers he had collected.
 Οι τσέπες του αγοριού ξεχείλιζαν με τα αγριοκάστανα που είχε μαζέψει.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bulge nfigurative (increase)αύξηση ουσ θηλ
 This neighborhood experienced a population bulge about twenty years ago, but gradually people moved away.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
bulge | bulging with
ΑγγλικάΕλληνικά
burst at the seams,
bulge at the seams
v expr
(be filled beyond capacity)κοντεύω να σκάσω έκφρ
  είμαι τίγκα έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bulging with στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bulging with».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!